επηγκενίδες

ἐπηγκενίδες, αι (AM)
σανίδες που με τη μορφή λωρίδων καλύπτουν τον σκελετό τού πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -ηγκεν -ίδ-ες. Το βασικό μόρφημα -ηγκεν- συνδέεται με τον τ. αγκών* αγκώνες «γωνιές καρφωμένες εσωτερικά στα πλάγια τής βάρκας» — το -η- είναι προϊόν εκτάσεως εν συνθέσει, ενώ το -ε- μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως αρχαϊσμός. Το επίθημα -ιδ- κατά το σαν-ίδ-ες].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπηγκενίδες — long planks fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπηγκενίδας — ἐπηγκενίδες long planks fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπηγκενίδεσι — ἐπηγκενίδες long planks fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπηγκενίδεσσι — ἐπηγκενίδες long planks fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπηγκενίδος — ἐπηγκενίδες long planks fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπηγκενίς — ἐπηγκενίδες long planks fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περίβλημα — το, ΝΑ [περιβάλλω] νεοελλ. 1. οτιδήποτε περιβάλλει, περικαλύπτει σκεπάζει, ολοκληρωτικά γύρω γύρω κάτι άλλο, περικάλυμμα, επένδυμα (α. «περίβλημα από μέταλλο» β. «περίβλημα από δέρμα») 2. τεχνολ. κάλυμμα που έχει ως προορισμό τη θερμική προστασία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.